Ματθαίος Σανταμούρης
Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ερευνητικού Κέντρου του Ινστιτούτου Κύπρου για την Ενέργεια, το Περιβάλλον και τους Υδάτινους Πόρους
Η παρατεταμένη έκθεση των ανθρώπων σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να οδηγήσει σε μερική ή πλήρη αδυναμία ρύθμισης της εσωτερικής θερμοκρασίας τους, οδηγώντας ενδεχομένως σε σοβαρές φυσιολογικές δυσλειτουργίες, προβλήματα ψυχικής υγείας, ακόμη και σε θερμοπληξία απειλητική για τη ζωή του ανθρώπου. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η μακροχρόνια έκθεση σε υπερβολική θερμότητα μειώνει τη συνολική γνωστική απόδοση επηρεάζοντας την μνήμη εργασίας και τις μαθησιακές διεργασίες (1).
Η παρατεταμένη έκθεση των μαθητών σε υψηλές θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με απαιτητικά γνωστικά καθήκοντα, επηρεάζει αρνητικά την πνευματική, εκπαιδευτική και επαγγελματική τους απόδοση. Αυτό συμβαίνει μέσω της απορρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος και των μεταβολών στη χημεία και τις ηλεκτρικές ιδιότητες του εγκεφάλου (2).
Οι άνθρωποι διαθέτουν ένα «γνωστικό απόθεμα» – έναν μηχανισμό προσαρμογής που συνδέεται με ψυχολογικούς και φυσιολογικούς παράγοντες και συμβάλλει στη διατήρηση της υψηλής γνωστικής λειτουργίας. Ωστόσο, μόλις αυτό το απόθεμα εξαντληθεί, η γνωστική απόδοση μειώνεται ραγδαία. Η απόδοση επηρεάζεται από την πολυπλοκότητα της εργασίας, καθώς διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου χειρίζονται διακριτές γνωστικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, σε όμοιες συνθήκες θερμοκρασίας, η γνωστική απόδοση των μαθητών ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της εργασίας τους.
Σχετικές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μαθητές που εκτίθενται σε υψηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών που προηγούνται των εξετάσεών τους παρουσιάζουν αιτιώδη και στατιστικά σημαντική μείωση των γνωστικών επιδόσεων και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Μια επιπλέον ημέρα υψηλών θερμοκρασιών σε αυτή την περίοδο έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τη γνωστική τους λειτουργία.
Μελέτες που αφορούσαν αρκετά εκατομμύρια μαθητές στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες έχουν δώσει σοβαρές ενδείξεις ότι η μακροχρόνια έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες έχει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας δυσανάλογα τους μαθητές με χαμηλό εισόδημα καθώς και τις μειονότητες. Οι ανισότητες στα μέτρα προστασίας από τη υπερβολική έκθεση στη θερμότητα μεταξύ σχολείων σε πλούσιες και φτωχές περιοχές, καθώς και μεταξύ χωρών, συμβάλλουν σε έντονες φυλετικές και κοινωνικές ανισότητες. Ειδικότερα, οι γνωστικές απώλειες σε μαύρους και ισπανόφωνους μαθητές στις ΗΠΑ μετά από παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες ήταν σχεδόν τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε λευκούς μαθητές (3).
Η αναμενόμενη άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας προβλέπεται να επιδεινώσει τις υπάρχουσες ευπάθειες παγκοσμίως, ενδεχομένως βαθαίνοντας τις ανισότητες στη γνωστική ικανότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, καθώς και μεταξύ εύπορων και μειονεκτικών ομάδων πληθυσμού μέσα σε μια χώρα.
Με τη σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος λόγω της παγκόσμιας και τοπικής κλιματικής αλλαγής, προβλέπεται ότι οι μελλοντικές γνωστικές επιδόσεις των μαθητών θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά, εάν δεν εφαρμοστούν μέτρα προσαρμογής. Οι μελλοντικές προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2050, μια αναμενόμενη αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5°C στις ΗΠΑ θα μπορούσε να μειώσει τη γνωστική ικανότητα και τις επιδόσεις των μαθητών δημοτικού σχολείου κατά 9,8% εάν δεν εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα προσαρμογής στα σχολεία.
Η χρήση κλιματισμού στις σχολικές αίθουσες εξακολουθεί να αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα. Έρευνες έχουν δείξει ότι, όταν εφαρμόζεται σωστά, ο κλιματισμός μπορεί να βελτιώσει τις γνωστικές επιδόσεις των μαθητών. Ωστόσο, μελέτες που διεξήχθησαν κυρίως σε τροπικά κλίματα και σε ιδιαίτερα θερμά κλίματα όπου κυριαρχεί η ψύξη, δείχνουν ότι η αποτελεσματική χρήση μέτρων παθητικής ψύξης μπορεί να επιτύχει συγκρίσιμα γνωστικά οφέλη με εκείνα που παρέχει ο κλιματισμός.
Επίσης, είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ο κατάλληλος αερισμός στις αίθουσες διδασκαλίας για να αποφεύγεται η άσκοπη αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Η χρήση κλιματισμού χωρίς επαρκή αερισμό μπορεί να έχει επιζήμιες επιπτώσεις στην υγεία και τη γνωστική απόδοση των μαθητών, καθώς τα αυξημένα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα σε εσωτερικούς χώρους μειώνουν σημαντικά τη γνωστική ικανότητα
Ο κλιματισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, καθιστώντας τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των αιθουσών διδασκαλίας κρίσιμη προϋπόθεση για την εγκατάσταση συστημάτων κλιματισμού που παρέχουν ψύξη και καθαρό αέρα για τους μαθητές. Έχει αποδειχθεί ότι ο σωστός αερισμός στις αίθουσες διδασκαλίας βελτιώνει τις μαθησιακές επιδόσεις των μαθητών. Αντίθετα, τα ανεπαρκή ποσοστά αερισμού έχουν συνδεθεί με μειωμένη διάρκεια προσοχής, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και υψηλότερες απουσίες.
Υπάρχουν σημαντικές ανησυχίες ότι μια πιθανή μείωση των γνωστικών επιδόσεων των νεότερων γενεών θα μπορούσε να εμποδίσει τη μελλοντική πρόοδο των εθνών, με αποτέλεσμα βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνέπειες. Η μείωση αυτή αναμένεται επίσης να επηρεάσει δυσανάλογα τους πληθυσμούς με χαμηλό εισόδημα, τόσο μέσα σε μια χώρα όσο και μεταξύ χωρών, εντείνοντας την ανισότητα και μειώνοντας την ποιότητα ζωής.
Για να διασφαλίσουν τη μελλοντική ευημερία του ανθρώπινου κεφαλαίου, οι χώρες πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη και εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών και τεχνολογιών προσαρμογής για τον μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων της αύξησης της θερμοκρασίας.
Βιβλιογραφία